
Τα «ήρεμα νερά» δεν πρέπει να χαθούν εντελώς!
Η εικόνα που διαμορφώθηκε σήμερα στη Νέα Υόρκη δείχνει, στην πραγματικότητα, με απόλυτη σαφήνεια το σημείο στο οποίο έχουν φτάσει οι ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η εικόνα που διαμορφώθηκε σήμερα στη Νέα Υόρκη δείχνει, στην πραγματικότητα, με απόλυτη σαφήνεια το σημείο στο οποίο έχουν φτάσει οι ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Το γεγονός ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκονται στην ίδια πόλη, ακόμη και στο ίδιο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, αλλά η συνάντησή τους εξακολουθεί να παραμένει αβέβαιη, καταδεικνύει πόσο ευαίσθητη είναι η περίοδος που διανύουν οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών.
Όμως, το πραγματικό ζήτημα εδώ δεν είναι αν οι δύο ηγέτες θα φωτογραφηθούν μαζί στη Νέα Υόρκη.
Το πραγματικό ζήτημα είναι αν η Τουρκία και η Ελλάδα θα επιλέξουν να ξαναμιλήσουν μεταξύ τους ή αν θα προτιμήσουν να στέλνουν μηνύματα η μία στην άλλη χωρίς να συνομιλούν απευθείας.
Κατά την άποψή μου, αυτό που χρειάζονται σήμερα οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν είναι να προσποιηθούμε ότι τα προβλήματα δεν υπάρχουν, αλλά να διατηρηθεί το πολιτικό έδαφος πάνω στο οποίο μπορούν να συζητηθούν αυτά τα προβλήματα.
Οι θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο, η υφαλοκρηπίδα, το καθεστώς και η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, το ζήτημα των 12 ναυτικών μιλίων, οι ενεργειακές δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο, το Κυπριακό και, πιο πρόσφατα, τα σχέδια ηλεκτρικής διασύνδεσης… Κανένα από αυτά τα ζητήματα δεν μπορεί να επιλυθεί μέσα σε μία νύχτα.
Όταν όμως δεν συζητούνται, δεν εξαφανίζονται.
Αντίθετα, όσο σκληραίνουν οι πολιτικές δηλώσεις, τόσο περισσότερο απομακρύνονται και οι δύο κοινωνίες.
Τα «ήρεμα νερά» δεν πρέπει να χαθούν εντελώς
Ένα από τα σημαντικότερα κεκτημένα του διαλόγου που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια μεταξύ Άγκυρας και Αθήνας ήταν ότι, ακόμη και όταν τα προβλήματα δεν μπορούσαν να επιλυθούν, διατηρήθηκε η άμεση επαφή.
Σήμερα βλέπουμε ότι αυτός ο μηχανισμός δοκιμάζεται εκ νέου.
Η δήλωση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη, στις αρχές κιόλας του Σεπτεμβρίου, ότι δεν υπήρχε τότε προγραμματισμένη συνάντηση Ερντογάν-Μητσοτάκη, και η παράλληλη επισήμανσή του ότι ο διάλογος με την Τουρκία πρέπει να συνεχιστεί, δείχνουν στην πραγματικότητα ότι και η Αθήνα δεν έχει κλείσει εντελώς την πόρτα της επικοινωνίας.
Άλλο είναι η Άνκαρα να υπερασπίζεται τα δικαιώματα και τις θέσεις της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και άλλο να διατηρεί ανοιχτό τον δίαυλο επικοινωνίας με την Αθήνα.
Το ένα δεν αποτελεί εναλλακτική του άλλου.
Η Τουρκία μπορεί να υπερασπίζεται τις θέσεις της και ταυτόχρονα να συνομιλεί με την Ελλάδα.
Και η Ελλάδα μπορεί να υπερασπίζεται τις δικές της θέσεις και ταυτόχρονα να συζητά με την Τουρκία.
Η συνομιλία των ηγετών δεν αποτελεί αδυναμία
Θέλω να τονίσω ιδιαίτερα αυτό:
Η συνάντηση του Ερντογάν με τον Μητσοτάκη δεν σημαίνει ότι η Τουρκία ή η Ελλάδα εγκαταλείπει τις θέσεις της.
Αυτός είναι άλλωστε ο σκοπός της διπλωματίας.
Οι ηγέτες δύο χωρών κάθονται στο ίδιο τραπέζι για να συζητήσουν τα ζητήματα στα οποία διαφωνούν. Ακόμη και όταν δεν συμφωνούν και αποχωρούν από το τραπέζι, αυτό είναι πιο χρήσιμο από το να μην καθίσουν ποτέ στο ίδιο τραπέζι.
Γιατί μια αντιπαράθεση μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας δεν αφορά μόνο την Άνκαρα και την Αθήνα. Επηρεάζει τους ανθρώπους που ζουν στο Αιγαίο, τη Δυτική Θράκη, τους κατοίκους των νησιών, τις οικονομικές σχέσεις, τον τουρισμό, το εμπόριο και ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.
Εμείς, ως Τούρκοι της Δυτικής Θράκης, δεν μπορούμε να βλέπουμε αυτό το ζήτημα μόνο μέσα από το πρίσμα του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού.
Για εμάς, οι καλές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών σημαίνουν ταυτόχρονα περισσότερη ειρήνη και ηρεμία στη Δυτική Θράκη, μεγαλύτερη οικονομική κινητικότητα και ενίσχυση της κοινωνικής εμπιστοσύνης.
Η ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί στη Νέα Υόρκη
Το γεγονός ότι ο Ερντογάν, στην ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, εξέφρασε τη θέση ότι τα προβλήματα με την Ελλάδα και την Νότια Κύπρo πρέπει να επιλύονται στη βάση των σχέσεων καλής γειτονίας και του διεθνούς δικαίου, δείχνει επίσης ότι η πόρτα της επικοινωνίας δεν έχει κλείσει εντελώς.
Επομένως, ακόμη και αν δεν πραγματοποιηθεί επίσημη συνάντηση μεταξύ του Ερντογάν και του Μητσοτάκη στη Νέα Υόρκη, δεν θα πρέπει αυτό να ερμηνευθεί ως το τέλος του ελληνοτουρκικού διαλόγου.
Αντίθετα, πιστεύω ότι το επόμενο διάστημα θα πρέπει να ενισχυθούν οι επαφές μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών, των διπλωματών και των τεχνικών κλιμακίων.
Γιατί η χειραψία των ηγετών είναι μια όμορφη εικόνα. Όμως, αν πίσω από αυτή τη χειραψία δεν υπάρχει ένας ενεργός μηχανισμός διπλωματίας, τότε η εικόνα δεν μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Η δική μας προσδοκία είναι ξεκάθαρη
Η δική μου θέση εδώ είναι σαφής:
Η Τουρκία και η Ελλάδα έχουν προβλήματα. Και θα συνεχίσουν να έχουν.
Ωστόσο, το να ζουν δύο γειτονικές χώρες μέσα σε ένα πολιτικό κλίμα στο οποίο η μία αντιμετωπίζει διαρκώς την άλλη ως απειλή δεν ωφελεί ούτε την Τουρκία, ούτε την Ελλάδα, ούτε τους ανθρώπους που ζουν στην περιοχή.
Η Τουρκία έχει ανησυχίες για την ασφάλειά της. Το ίδιο και η Ελλάδα.
Η Τουρκία έχει τις δικές της θέσεις για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα έχει επίσης τις δικές της.
Όλα αυτά μπορούν να τεθούν στο τραπέζι και να συζητηθούν.
Αν όμως καταργήσουμε το ίδιο το τραπέζι, τότε το μόνο που θα απομείνει θα είναι δηλώσεις, κατηγορίες και αμοιβαία σκληρά μηνύματα.
Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα δεν είναι μια νέα γλώσσα έντασης, αλλά μια διπλωματική γλώσσα που θα λειτουργεί ξανά.
Θα συναντηθούν ή όχι ο Ερντογάν και ο Μητσοτάκης στη Νέα Υόρκη;
Αυτό θα το δείξει ο χρόνος.
Η δική μου πραγματική προσδοκία, όμως, είναι μεγαλύτερη από το πού και το πότε θα συναντηθούν οι δύο ηγέτες:
Να επιστρέψουμε σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία και η Ελλάδα θα μιλούν ξανά η μία στην άλλη, θα ακούν η μία την άλλη και θα μπορούν να κρατούν στο τραπέζι ακόμη και τα ζητήματα στα οποία διαφωνούν.
Γιατί γειτονία δεν σημαίνει ότι όλα τα προβλήματα έχουν εξαφανιστεί.
Σημαίνει ότι, παρά τα προβλήματα, μπορούμε να συνεχίσουμε να μιλάμε.
Ιλχάν Ταχσίν
Γενικός Διευθυντής Σύνταξης της εφημερίδας Μπιρλίκ