Ελληνικά Νέα

Μήνυμα προς Αθήνα: «Η Τουρκική Μειονότητα Δυτικής Θράκης δεν είναι μόνο “θρησκευτική”»

H μειονοτική ταυτότητα δεν περιορίζεται στη θρησκεία, αλλά περιλαμβάνει γλώσσα, πολιτισμό, συλλογική ταυτότητα και το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού.

«Πιστεύουμε ότι ο σεβασμός του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού της Μειονότητας, των αιτημάτων για θεσμική και θρησκευτική αυτονομία, καθώς και των υποχρεώσεων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εφόσον ληφθούν υπόψη στις διαδικασίες χάραξης πολιτικής, θα συμβάλουν στην ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και στην παραγωγή βιώσιμων και μόνιμων λύσεων».

Ο Πρόεδρος της Συμβουλευτικής Επιτροπής της Τουρκικής Μειονότητας Δυτικής Θράκης και Μουφτής Ξάνθης, Μουσταφά Τράμπα, καθώς και ο Μουφτής Κομοτηνής, Ιμπραήμ Σερίφ, αντέδρασαν με σκληρή και εκτενή ανακοίνωση στην έκθεση του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού για το έτος 2024, με τίτλο «Περιστατικά σε χώρους θρησκευτικού χαρακτήρα στην Ελλάδα».

Η ανακοίνωση, η οποία δημοσιεύθηκε στα τουρκικά, ελληνικά και αγγλικά, επισημαίνει ότι η έκθεση επιχειρεί να παρουσιάσει τις υφιστάμενες κρατικές πολιτικές ως «θετικές και επαρκείς», ενώ παραβλέπει τα νομικά και πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει εδώ και δεκαετίες η Τουρκική Μειονότητα Δυτικής Θράκης.

Οι Μουφτήδες ασκούν ανοιχτή κριτική στον χαρακτηρισμό της Μειονότητας αποκλειστικά ως «θρησκευτικής», υπογραμμίζοντας ότι μια τέτοια προσέγγιση αντίκειται τόσο στο πνεύμα της Συνθήκη της Λωζάννης όσο και στα σύγχρονα διεθνή πρότυπα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στην ανακοίνωση απαριθμούνται, μεταξύ άλλων, τα εξής βασικά ζητήματα παραβίασης δικαιωμάτων:

Ο διορισμός των Μουφτήδων υπό κρατικό έλεγχο.

Ο περιορισμός του δικαιώματος της Μειονότητας να εκλέγει τους δικούς της θρησκευτικούς ηγέτες.

Το δικαίωμα εκπαίδευσης στη μητρική γλώσσα.

Η κατάργηση της αυτονομίας στη διοίκηση των βακουφίων.

Πολιτικές διαχωρισμού και κατηγοριοποίησης με βάση την ταυτότητα.

Σύμφωνα με τους Μουφτήδες, η έκθεση αγνοεί το ευρωπαϊκό δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη σχετική νομολογία, παραβλέπει το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της Μειονότητας και επιχειρεί να «κανονικοποιήσει» ένα μοντέλο που θεσμοθετεί τον κρατικό έλεγχο.

Αναλυτικά η δήλωση των Μουφτήδων

Οι εκλεγμένοι Μουφτήδες της Τουρκικής Μειονότητας Δυτικής Θράκης αναφέρουν ότι εξέτασαν προσεκτικά την έκθεση που δημοσιεύθηκε από τη Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων, τη Γενική Διεύθυνση Θρησκευτικής Εκπαίδευσης και Διαθρησκειακών Σχέσεων και τη Διεύθυνση Θρησκευτικών Ελευθεριών και Διαθρησκειακών Σχέσεων.

Όπως τονίζεται, η έκθεση υιοθετεί μια προσέγγιση σύμφωνα με την οποία οι υφιστάμενες κρατικές πολιτικές κρίνονται ως σε μεγάλο βαθμό θετικές, επαρκείς και συμβατές με το διεθνές δίκαιο. Ωστόσο, τα θεμελιώδη νομικά και πρακτικά ζητήματα που θέτουν εδώ και χρόνια τα μέλη της Μειονότητας είτε δεν εξετάζονται επαρκώς είτε παρουσιάζονται από μια οπτική που αντανακλά αποκλειστικά την επίσημη κρατική θέση.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο γεγονός ότι ο περιορισμός της μειονοτικής ταυτότητας αποκλειστικά στη θρησκευτική της διάσταση, με επίκληση της Συνθήκη της Λωζάννης, συνιστά όπως αναφέρεται στενή και ιστορικά αποσπασματική ερμηνεία της συνθήκης. Επισημαίνεται επίσης ότι, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων και τη νομολογία του Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η μειονοτική ταυτότητα δεν περιορίζεται στη θρησκεία, αλλά περιλαμβάνει γλώσσα, πολιτισμό, συλλογική ταυτότητα και το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού.

Όσον αφορά το καθεστώς των Μουφτειών στη Δυτική Θράκη, υπογραμμίζεται ότι η υπαγωγή τους απευθείας στην εκτελεστική εξουσία ως δημόσιες υπηρεσίες και η διατήρηση της τελικής αρμοδιότητας επιλογής των Μουφτήδων από το κράτος συνιστούν, κατά την ανακοίνωση, παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας και της αρχής της κοινοτικής αυτονομίας. Παρά τις αναφορές της έκθεσης σε συμβουλευτικούς μηχανισμούς, επισημαίνεται ότι η μη δεσμευτική φύση τους δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς το κατά πόσο διασφαλίζεται το δικαίωμα των θρησκευτικών κοινοτήτων να επιλέγουν ελεύθερα τους θρησκευτικούς τους ηγέτες.

Σχετικά με τον Νόμο 4964/2022, οι Μουφτήδες αναφέρουν ότι, παρά την επίκληση της σαφούς ρύθμισης αρμοδιοτήτων και καθεστώτος, η εν λόγω νομοθετική παρέμβαση έρχεται –κατά την άποψή τους– σε αντίθεση με ιστορικές διεθνείς συμφωνίες, όπως η Σύμβαση της Ιστάνμπουλ του 1881, η Συνθήκη Ειρήνης των Αθηνών του 1913, η Συνθήκη της 10ης Αυγούστου 1920 για την Προστασία των Μειονοτήτων στην Ελλάδα και η Συνθήκη της Λωζάννης, καλύπτοντας –όπως σημειώνεται– παραβιάσεις της νομικής αυτονομίας της Μειονότητας.

Αναφορικά με τις ρυθμίσεις για την Αλεβιτική-Μπεκτασική κοινότητα, η περιγραφή τους ως «ιστορικό ορόσημο» στην έκθεση χαρακτηρίζεται υπερβολικά αισιόδοξη. Επισημαίνεται ότι, ενώ η Μειονότητα έχει βιώσει επί σχεδόν έναν αιώνα πρακτικές άρνησης ταυτότητας, παρεμβάσεις στην εκλογή θρησκευτικών λειτουργών και διοικήσεων βακουφίων, καθώς και κλείσιμο συλλόγων, η προώθηση πολιτικών διαχωρισμού ταυτότητας εντός της ίδιας της Μειονότητας πλήττει την ενιαία συλλογική της υπόσταση.

Η ανακοίνωση αναφέρεται επίσης στις παρεμβάσεις και εργασίες αποκατάστασης χώρων λατρείας στη Ρόδο και την Κω, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για θετικά βήματα ως προς την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι η de facto παρεμπόδιση της εκπαίδευσης στην τουρκική γλώσσα για τους Τούρκους των νησιών από το 1972 και η δομή διοίκησης των βακουφίων υπό καθοριστικό κρατικό ρόλο υποδηλώνουν, σύμφωνα με τους Μουφτήδες, ελλιπή συμμόρφωση με τις διεθνείς υποχρεώσεις προστασίας των μειονοτήτων.

«Η Αθήνα οφείλει να ακούσει την πραγματικότητα»

Καταληκτικά, οι Μουφτήδες τονίζουν ότι η προσέγγιση της έκθεσης θα ήταν ωφέλιμο να εμπλουτιστεί με μια περισσότερο δικαιωματοκεντρική οπτική, η οποία να αντανακλά άμεσα τις εμπειρίες και τις προσδοκίες των μελών της Μειονότητας.

Η έμφαση στο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού, στη θεσμική και θρησκευτική αυτονομία και στις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας παρουσιάζεται ως σαφές μήνυμα προς την Αθήνα:

Η Τουρκική Μειονότητα Δυτικής Θράκης, όπως επισημαίνεται, δεν αποτελεί μια κοινότητα που μπορεί να ορίζεται αποκλειστικά εντός των ορίων που θέτει το κράτος, αλλά μια ιστορική μειονότητα με δικαίωμα να καθορίζει η ίδια την ταυτότητα, την ηγεσία και το μέλλον της.

Τέλος, υπογραμμίζεται η ανάγκη για ουσιαστικό και εποικοδομητικό διάλογο με τους εκπροσώπους της Μειονότητας και για διαμόρφωση κοινών πεδίων συνεργασίας, ως προϋπόθεση για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης και την επίτευξη διαρκών λύσεων.

Haberin devamını oku

Bir yanıt yazın

E-posta adresiniz yayınlanmayacak. Gerekli alanlar * ile işaretlenmişlerdir

Başa dön tuşu